|
|
Wednesday, July 09, 2008
Eπιστροφή στην Αρχική σελίδα
Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες μας
Σύμφωνα με τις στατιστικές,αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του 40 50 60 και 70 πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει.
Οσες κούνιες υπήρχαν ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο.
Τα πατώματα όπου υπήρχαν είχαν μωσαϊκό τα περισσότερα σπίτια είχαν απλώς χώμα που τον χειμώνα σου περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατουσες μας.
Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση.
Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκύτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά.
Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με κάρβουνο μέσα σε τενεκέδες ,και αρκετά τζακια.
Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε.
Τηλέφωνο υπήρχε σε ένα καφενείο που περίμενες με τις ώρες στην σειρά σου και την συνομιλία σου την άκουγαν όλοι οι θαμώνες.
Τα περιοδικά που μας κρατούσαν συντροφιά ήταν ο Μικρός Ηρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το Πρώτο, το Εμπρός.
Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πανηγύρια στα κεφαλοχώρια, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον,το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο.
Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το ψημένο καλαμπόκι που τους καλοκαιρινούς μήνες έκανε θραύση
Τα σαράβαλα λεωφορεία του ΚΤΕΛ (Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ ), είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα στις ανηφόρες.
Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ηταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα.
Υπήρχε ο εισπράκτορας με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα?
Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί που στριμωχνόμασταν μέσα έως και δέκα άτομα
Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia. Θυμάστε τα Anglia τα Peugeot 403, τα Renault 10…….. ¨η το Simca 1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα.
Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο , αργοέλιωναν στην μεταφορά σκεπασμένες με πάνινα τσουβάλια.
Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.
Οι καρεκλάδες οι γανωματήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. Στο κεφαλοχώρι σε κάποια γωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας
Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, (τούρκικος )τότε. Δεν υπήρχε νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσσο ούτε κάν φίλτρου γαλλικός.
Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο μεγάλης πόλης εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα.
Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.
Η άφιξη στο χωριό των πλανόδιων σινεματζήδων ήταν το μεγάλο γεγονός ,μια πρόχειρη οθόνη στον τοίχο του καφενείου κλείσιμο των τζαμιών με οποιο πρόχειρο μέσο υπήρχε για να μην βλέπουν οι τζαμπατζήδες και τα «ιερά τέρατα » του Ελληνικού κινηματογράφου να φιγουράρουν στην πρόχειρη οθόνη
Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωϊ τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστο υποβρύχιο μεσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του κρασιού ( Λούπινα συνήθως το χειμώνα ) και του αφήναμε το ούζο ή το κρασί ξεροσφύρι.
Κυριακές απόγευμα με τα τρανζιστοράκια στα χέρια με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο των μεγάλων αγώνων του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος .
Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης Φουντουκίδης Κατσαρός.
Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής που ερχόταν από την μεγάλη πόλη με το αυτοκινητό του γεμάτο σκόνη από τον χωματόδρομο.
Παπασπύρου ΑΣΤΥ ΕΒΓΑ. Μια δραχμή η κρέμα χωνάκι, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.
Τα καλοκαίρια μπάνιο στην θάλασσα πάνω στις καρότσες των μικρών τρακτέρ ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία (που ζεμάταγαν σαν την κόλαση)στις κοντινές παραλίες,συνήθως στην Γιάλοβα και στο Πετροχώρι ή Ρωμανού.
Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπανιο με τα κομπιναιζόν. Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και να βάλουν εσώρουχο και παντελόνι.
Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά.
Και το νερό που πίναμε (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), ήταν πάντα χλιαρό όπου υπήρχε πηγή,όπου υπήρχε στέρνα ,ρέμα ή ποτάμι.
Και φρούτα, Θεέ μου τι φρούτα ήταν αυτά!
Θυμάμαι κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ ή μαύρα καρπούζια που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν.Και σταφύλια ολόγλυκα.
Ψωμί και τυρί σπιτίσιο ,ντομάτες και καρπούζι για φαγητό.
Η υπέρτατη γεύση.
τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι
(Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγύ, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο. Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά.
Μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας.
Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε.
Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν ή μια ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη,( και αυτή η πικρίλα από το κινίνο δεν υποφερόταν έκλεινες τα μάτια και το κατάπινες) ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι,
Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου……… και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή η οποία συνήθως έπαιζε με την άκρη της κουβέρτας.
Οταν κάναμε ποδήλατο δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέττο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι
Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο.
Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων.
Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας
Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέττες μας κουβαριασμένες
Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου ηλικιωμένου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος !
Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε.
Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν.
Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε.
Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες από τους κήπους και τα περιβόλια. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας.
Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλίτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε.
Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι.
Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι ή το παράθυρο να τσακιστούμε να πάμε για διάβασμα.
Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόφωνο με λυχνίες.
Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό πρόγραμμα , ή τον σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων.
Πηγαίναμε σχολείο πρωί –απόγευμα ακόμα και και τα Σάββατα. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι του δάσκαλου να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα.
Κι η λούρα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη.
Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς.
Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλέ ποδιές τους. Μπλέ κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλέ κορδέλλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και τα' αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου.
Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή.
Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα;
Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια.
Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε παρέες παρέες, παίζοντας κρυφτό. Αξέχαστα χρόνια.
Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους.
Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα.
Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος.
Posted at 01:58 am by laografia
Permalink
Friday, November 17, 2006
Η Σκαρμιγκαίησα γυναίκα του χθες και του σήμερα
Η θέση της γυναίκας μέσα στο κοινωνικό σύνολο, παρόλο που είναι θεμελιακή, έχει τελείως παραγκωνιστεί και η ίδια έζησε για πολλούς αιώνες παραγκωνισμένη. Στους μυθικούς χρόνους αναφέρεται ένα έθνος στις ακτές του Εύξεινου Πόντου, το έθνος των Αμαζόνων. Το έθνος αυτό αποτελείτο μόνο από γυναίκες εξαιρετικά πολεμoχαρείς που αγωνίζονταν πάντα έφιππες. Στην αρχαία Ελλάδα οι γυναίκες ζούσαν και κυκλοφορούσαν ελεύθερα όπως και οι άνδρες, έφταναν μάλιστα να λαμβάνουν μέρος σε επικίνδυνα αγωνίσματα (ταυρομαχίες).Στο Βυζάντιο η θέση της γυναίκας ήταν τιμητική.
Στις ανώτερες δε τάξεις ήταν εξέχουσα, αφού μερικές από αυτές κατέλαβαν ανώτατα αξιώματα. Στην περίοδο της τουρκοκρατίας η θέση της γυναίκας έγινε υποτιμητική γιατί επεκράτησαν οι ανατολίτικες αντιλήψεις των Τούρκων κατακτητών για τη θέση της γυναίκας μέσα στην κοινωνία. Στα τέλη του 19ου αιώνα η δυστυχία του αγρότη μεταφέρεται και στη γυναίκα. Η ζωή της γυναίκας της εποχής εκείνης ήταν πολύ κουραστική, αφού ήταν αναγκασμένη να δουλεύει στα χωράφια μαζί με τον άνδρα και παράλληλα να είναι υπεύθυνη για όλο το σπιτικό και τα μέλη της οικογένειας της.
Όλες όμως αυτές οι γυναίκες, μορφωμένες ή αγράμματες, υπήρξαν θεματοφύλακες στα ήθη και στα έθιμα του τόπου τους, στην παράδοση, στη θρησκεία, στη γλώσσα και μέσα από τα τραγούδια τους και τα μοιρολόγια τους δημιούργησαν την παράδοση και τον λαϊκό πνευματικό μας πολιτισμό.
Η ΣΚΑΡΜΙΓΚΑΙΗΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Όπως σε όλα τα χωριά έτσι και στο χωριό μας υπήρχε μία μόνο κοινωνική τάξη, η αγροτική. Η τάξη αυτή είχε μισό ή μικρό κλήρο με λίγα ή πολλά γιδοπρόβατα. Σε μεγάλο βαθμό εκινείτο η ανταλλακτική οικονομία (π,χ. ένα κιλό μυζήθρα για δύο πήχες ύφασμα ή ένα μεροκάματο σε είδος, ή ένα αυγό για ένα μολύβι).
ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΚΑΙ Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ
ΗΗ ανατροφή των παιδιών από την αγρότισσα ήταν ελλιπής, ιδίως κατά τους μήνες των γεωργικών εργασιών, αφού ήταν υποχρεωμένη να δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ στα χωράφια. Την ανατροφή του παιδιού αναλάμβανε η γιαγιά και αν η οικογένεια δεν είχε τύχη να έχει γιαγιά, τότε η μάνα έπαιρνε το παιδί με τη νάκα στον ώμο το κρεμούσε σε κάποιο δένδρο συνήθως ελιά κατά την διάρκεια του λιομαζώματος ή το φόρτωνε στο σαμάρι και το είχε μαζί της όλη μέρα στα αμπέλια και τις σταφίδες κάτω από κάποιο ίσκιο ,αλλά το μεγάλο πρόβλημα ήταν στο βουνό της Αμυγδαλίτσας όταν θέριζαν τα σιτάρια και την βρώμη που δύσκολα συναντούσες δένδρο εκτός από ορισμένες αγκορτσιές η απιδιές με λιγοστό ίσκιο οι γονείς είχαν μεγάλη προτίμηση στα αγόρια γιατί θα μετέφεραν μελλοντικά το όνομα τους αλλά και γιατί δεν θα ήταν αναγκασμένοι να καταβάλουν προίκα όπως για τα κορίτσια, θα αναφέρω μερικά περιστατικά που έχουν σχέση με τη διάκριση των παιδιών και τη ζωή της γυναίκας στη δεκαετία του 1960. Μια μέρα στο καφενείο του Βασίλη Μαρκόπουλου ένας περαστικός ρώτησε έναν συγχωριανό μας πόσα παιδιά έχει: Εκείνος απάντησε «Εχω 3 δύο παιδιά κι ένα κορίτσι». Μία άλλη φορά σε ερώτηση σε κάποιο συγχωριανό μας πόσα παιδιά έχει απάντησε «Δυστυχώς ο θεός δεν μου έδωσε παιδιά. Έχω μόνο τρία θηλυκούλια». Κάθε βράδυ έβλεπα την κυρά Σταυρούλα να έρχεται από το χωράφι, όπου δούλευε όλη τη μέρα με τον άνδρα της, ζαλωμένη ξύλα και κρατώντας στο χέρι την κατσαρόλα, βιαστική γιατί έπρεπε να πάει γρήγορα στο σπίτι να μαγειρέψει, να ζυμώσει να ανάψει τον φούρνο να ψήσει το ψωμί της οικογένειας και να συνεχίσει την άλλη μέρα την δουλειά στο χωράφι, ενώ ο άνδρας της ερχότανε πιο πίσω με τις γίδες και καβάλα στο άλογο ή στο γαϊδούρι. Αν πήγαινε κάποιος άνδρας να πάρει νερό από την παλιά βρύση με την βίκα για το σπίτι, τι δεν θα άκουγε από τον μπάρμπα Ανδρέα. Αν έλεγες στον μπάρμπα Γιώργη ποια είναι η γνώμη του για τη γυναίκα, θα σου απαντούσε «Τέλος πάντων, η γυναίκα δεν είναι άνθρωπος είναι ζώο». θυμάμαι ένα περιστατικό που συνέβη στο πανηγύρι του χωριού μας. Ο Αντώνης Ρούσσος είχε φέρει στο μαγαζί του ορχήστρα στο πανηγύρι μας ,στην οποία συμμετείχε και μία γυναίκα τραγουδίστρια. Όταν άρχισε το βράδυ να τραγουδάει η γυναίκα αυτή, αρκετές γυναίκες είχαν μαζευτεί απέναντι και παρακολουθούσαν την τραγουδίστρια, η οποία φορούσε κοντό φόρεμα και έκανε και καμιά απότομη κίνηση. Τότε έλεγε η κυρά Βασιλική στις άλλες: «Πω πω τι ρεζιλίκια είναι αυτά. Ξεφτίλισε το γυναικείο φύλο, πάμε να φύγουμε».
ΦΟΙΤΗΣΗ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Παρόλο που από το 1910 η φοίτηση ήταν υποχρεωτική, τα κορίτσια δεν πήγαιναν στο σχολείο, διότι έπρεπε να μείνουν στο σπίτι για να κρατούν τα μικρότερα αδέρφια τους και να κάνουν και πολλές άλλες δουλειές του σπιτιού. Από 8 χρονών άρχιζε για τα κορίτσια η βαριά αγροτική απασχόληση. Έτσι η γυναίκα έμπαινε στον κύκλο της ζωής.Σύμφωνα με μαρτυρίες από μεγαλύτερους, η πρώτη γυναίκα που φοίτησε στο δημοτικό μας σχολείο ήταν το έτος 1915. Από το επόμενο έτος, το 1916, άρχισαν να πηγαίνουν και οι υπόλοιπες κοπέλλες στο σχολείο.Αν και η σχολική εκπαίδευση ήταν ελλιπής, η γενική παιδεία της Σκαρμιγκαίησας γυναίκας ήταν πλούσια. Η γιαγιά, η μάνα, οι μεγαλύτερες αδερφές ηταν δασκάλες της πλούσιας ελληνικής λαϊκής παράδοσης. Το δημοτικό τραγούδι, τα παραμύθια, τα λαϊκά τραγούδια, τα ήθη και τα έθιμα αποτελούσαν τη γνήσια νεοελληνική πραγματικότητα της επαρχίας που πότιζε την ψυχή και τη ζωή των γυναικών και διαμόρφωνε τους πνευματικούς τους ορίζοντες. Σήμερα: Από την δεκαετία του 1960 και μετά, που σημειώθηκε η μετανάστευση στο εξωτερικό και η αστικοποίηση στο εσωτερικό, τα πράγματα άλλαξαν ριζικά. Σήμερα στο χωριό μας ο άνδρας βοηθάει τη γυναίκα του και ούτε καν τολμά να την παρομοιάσει με ζώο, όπως παλαιότερα ο μπάρμπα Γιώργης. Η γυναίκα του χθες που δεν έβγαινε στο καφενείο η κρυβόταν πίσω από τον φράχτη, σήμερα φοράει το μέχρι χθες προνόμιο του άνδρα, το παντελόνι, πηγαίνει στο καφενείο, πίνει το ποτό της, μετέχει στα κοινά . Η γυναίκα του χθες που παρά τη θέληση της παρείχε ελλιπή ανατροφή στο παιδί της, σήμερα είναι αποκλειστικά αφοσιωμένη στο παιδί της, είναι τέλεια μητέρα. Η Σκαρμιγκαίησα που, παλαιότερα, της ήταν απαγορευμένη η φοίτηση στο σχολείο, σήμερα φοιτά σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα να έχουμε σημαντικές επιστήμονες, σε όλα τα πεδία των επιστημών και της δημόσιας διοίκησης καθώς και σε μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες. Η σημερινή γυναίκα του χωριού μας ζει μία όμορφη και αρμονική οικογενειακή ζωή τελείως διαφορετική από τη γυναίκα του χθες. Αυτό οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι και οι σημερινοί άνδρες κατάλαβαν την αξία της γυναίκας που μέχρι χθες δεν είχαν καταλάβει ή δεν τους συνέφερε να καταλάβουν.Συνειδητοποίησαν ότι η γυναίκα είναι πηγή ζωής, ότι η αγάπη, η στοργή, το συναίσθημα, η ειρηνική συμπεριφορά, η λεπτότητα και η ευγένεια είναι παράγοντες του θηλυκού στοιχείου. Αλλά και οι γυναίκες κατάλαβαν ότι ο διατυμπανιζόμενος από τα μέσα ενημέρωσης άκρατος φεμινισμός δεν βοηθάει στην ανάπτυξη, την πρόοδο και την αρμονική συμβίωση μέσα στην οικογένεια και απέρριψαν όλες τις θεωρίες και τα κηρύγματα του. Το κείμενο αυτό αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής στις ιερές μνήμες των γυναικών του χωριού μας που κατόρθωσαν να είναι πρότυπα μανάδων στα πέτρινα αυτά χρόνια.
Posted at 06:17 am by laografia
Permalink
Monday, June 26, 2006
Σκάρμιγκα Νοσταλγώντας τον παλιό καλό καιρό
Πρόσωπα και επαγγέλματα μιας άλλης εποχής
Ο Βασίλης Μπούκας
Ο Μπούκας κατά κόσμο Βασίλης Μαλένης ήταν ο ποιο χαρακτηριστικός τύπος ζητιάνου σε όλη την Μεσσηνία .Έπαιρνε το δισάκι του και ξεκινούσε για τα πλούσια σπίτια που είχε σταμπάρει σε χωριά και πόλεις της Μεσσηνίας και στην Αθήνα Το αγαπημένο του στέκι ζητιανιάς ήταν ο χώρος του Α΄ Νεκροταφείου στην Αθήνα παρακολουθούσε τις κηδείες πλουσίων Αθηναίων σαν τεθλιμμένος συγγενής ,μετά το τέλος της κηδείας πλησίαζε συντετριμμένος την χήρα και τα παιδιά του αποδημήσαντος και με περίλυπο ύφος εκθείαζε το έργο του μακαρίτη και την βοήθεια που του έδινε όταν ζούσε.
Στο τέλος έριχνε το δόλωμα λέγοντας ! Σας παρακαλώ αν δεν χρειάζεστε τα ρούχα του μακαρίτη μπορώ να περάσω από το σπίτι σας να μου τα χαρίσετε . Συνήθως η απάντηση ήταν καταβατική πήγαινε ο Μπούκας στο σπίτι,έπαιρνε τα ρούχα του μακαρίτη και γραμμή για το Μοναστηράκι όπου τα ρευστοποιούσε γεμίζοντας τον τραπεζικό του λογαριασμό στην Εθνική τράπεζα.Όταν πήγαινε σε πλουσιόσπιτα και δεν αποσπούσε κάτι δεν δίσταζε να τους περιλούζει με τα χειρότερα λόγια.
Στην ιστορία έχει περάσει η γαστρεντερίτιδα που θέρισε ένα ολόκληρο χωριό από τον Βασίλη Μπούκα ,ο οποίος προκειμένου να τους εκδικηθεί για την κοροϊδία που του έκαναν αγόρασε ( τομάρια ) δέρματα ζώων από τα γύρω χωριά και σπάζοντας τις κλειδαριές του υδραγωγείου τα έριξε όλα μέσα. Με αποτέλεσμα όλο το χωριό να νοσηλευθεί στο Νοσοκομείο Καλαμάτας
Στην Αθήνα εμφανιζόταν με μεγάλους σταυρούς κρεμασμένους στο στήθος φορώντας ένα μεξικάνικο καπέλο και μία κρεμασμένη πινακίδα που έγραφε: Αγιος Καλαμάτας . Είχε απασχολήσει τα Αθηναικά μέσα ενημέρωσης και χαρακτηριστική ήταν η ολοσέλιδη αφιέρωση που του είχε κάνει η μεγάλης κυκλοφορίας Αθηναική εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ το 1965.
Σε συνομιλία μας το 1982 μου είχε επιδείξει βιβλιάριο καταθέσεων της Εθνικής Τραπέζης με συνολικές καταθέσεις την εποχή εκείνη, ύψους 16 εκατομμυρίων δραχμών .Το αγαπημένο του χόμπυ αν και δεν γνώριζε μουσική ήταν το γρατζούνισμα μιάς κιθάρας την οποία κάποιος κάτοικος στο χωριό Πυργάκι του την έσπασε στο κεφάλι ώρα 04.30 ξημερώματα κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο, όπου ο Μπούκας δοκίμαζε το ρεπερτοριό του
Χαραλαμπος Κολιτσιδιάρης
Αλήθεια ποιος από τους ηλικιωμένους της περιοχής μας δεν θυμάται τον Χαράλαμπο Κολιτσιδιάρη κατά κόσμο Χαράλαμπο Παπαδογιάνη;
Γεννήθηκε στο Δυρράχιο Μεσσηνίας στα 1885 ,αλλά η κύρια διαμονή του ήταν στην Καλαμάτα όπου είχε γνωστούς και φίλους.
Από τα φοιτητικά του χρόνια εγκατέλειψε τα εγκόσμια και ακολούθησε την ασκητική ζωή , αφιερώνοντας την ζωή του στο Θεό ,περνώντας την ζωή του με προσευχή και νηστεία.. Τα μαλλιά του ήταν στριφτά και κατσαρά το πρόσωπο του γεμάτο γένια ,από την εμφάνιση του του έμεινε το παρατσούκλι « κολιτσιδιάρης».
Εγινε γνωστός σε όλη τη Μεσσηνία για το φιλανθρωπικό του έργο ,ότι ζητιάνευε τα έδινε σε φτωχούς και αρρώστους για τον ευατό του κρατούσε μόνο λίγα χρήματα προκειμένου να αγοράσει κεριά και λάδι για τα καντήλια στα νεκροταφεία και τα ξωκλήσια που άναβε καθημερινά.
Κάθε βράδυ περνούσε από τα Νεκροταφεία του τόπου που ήταν με ένα μικρό λιβανιστήρι θύμιαζε τα μνήματα άναβε τα καντήλια που δεν ήταν αναμμένα και στο τέλος πλάγιαζε πάνω σε κάποιο μνήμα για να ξεκουράζει το σώμα του από την ημερήσια κούραση .Κάθε μέρα περπατούσε τα βουνά και τα λαγκάδια της Μεσσηνίας υπάρχουν πολλές μαρτυρίες που λένε ότι την ίδια στιγμή τον έβλεπαν σε διαφορετικά μέρη με μεγάλη χιλιομετρική απόσταση.
Μια άλλη ιδιότητα του, ήταν αυτή του πρακτικού γιατρού , γυρνώντας τη Γη της Μεσσηνίας γνώριζε και το ποιο σπάνιο βότανο αλά βασική προυπόθεση για να το χορηγήσει ήταν ο ασθενής να πει το Πιστεύω. Πέθανε σε ηλικία 90 χρονών το 1974 και ενταφιάστηκε στο Μοναστήρι Παλαιοημερολογιτών Παναγουλάκη.
Νεροφύλακας
Το χωριό μας το έχει προικίσει η φύση με πολλές πηγές , τα νερά των πηγών αυτών έδωσαν και δίνουν ζωή και ανάπτυξη στη περιοχή μας.Οι Ποτιστικές εκτάσεις πολλές ,αλλά πολλές ήταν και οι γκρίνιες για την διάρκεια και την ώρα του ποτίσματος των περιβολιών . Η λύση είχε βρεθεί στο πρόσωπο του Νεροφύλακα ο οποίος καθόριζε την σειρά και την διάρκεια του ποτίσματος και ήταν υπεύθυνος για την συντήρηση και τον καθαρισμό του νεράλαυκου .Ανάλογα με την ποσότητα νερού που χρειαζόταν κάθε περιβόλι καθόριζε τις ώρες και τα εισπρακτικά δικαιώματα του.Ο νεροφυλακας ήταν εποχιακός και άλλαζε συνήθως κάθε καλοκαίρι .Πάντα ορίζονταν δύο ένας για την πηγή στο Πέρα χωριό και ένας για την πηγή του Αγίου Σωτήρος. Όταν τα περιβόλια λιγόστεψαν και τα νεραύλακα σωληνώθηκαν καταργήθηκε ο νεροφύλακας της πηγής του Πέρα χωριού και η διαχείριση της γινόταν ταυτόχρονα από τον νεροφύλακα του Αγίου Σωτήρα.
Λαγκαδιανοί μαστόροι
Στο χωριό μας τα περισσότερα σπίτια έχουν είχαν κτιστεί από Λαγκαδιανούς μαστόρους , όπως άλλωστε σε όλη την Μεσσηνία .Τεχνίτες της πέτρας και ακούραστοι εργάτες ,έκτιζαν με πρωτόγονα μέσα τέλεια σπίτια Η φτώχεια που επικρατούσε στην ορεινή Αρκαδία τους ανάγκασε να αναζητήσουν τα μέσα επιβίωσης και ένα καλύτερο μέλλον σε ποιο παραγωγικές περιοχές όπως η Μεσσηνία.Χωρίς γραμματικές γνώσεις , έμειναν στην ιστορία για το χαμηλό επίπεδο νοημοσύνης τους χαρακτηριστική είναι η ιστορία με το μέτρημα των γαϊδουριών που χρησιμοποιούσαν για την μεταφορά της πέτρας.
Κάποιος Λαγκαδινός ξεκινώντας να κουβαλήσει πέτρα ,μέτρησε πόσα γαιδούρια θα έπαιρνε να φορτώσει .Τα μέτρησε καλά και ήταν 8 ,στο δρόμο για το βουνό καβάλα στο γάιδαρο τα ξαναμετράει για να βεβαιωθεί ότι τον ακολουθούν όλα . Τα μετράει τα ξαναμετράει τα βγάζει 7 ,τρελαίνεται μου έφυγε το ένα σκέφτεται ,σταματάει τον γάιδαρο κατεβαίνει κάτω τα ξαναμετράει τα βγάζει πάλι 8. Ηρεμος ότι κάποιο λάθος εόχε κάνει ποιο πριν ανεβαίνει πάλι στον γάιδαρο τα ξαναμετρά του λείπει ένα είναι πάλι 7. Επιστρέφει καβάλα στο σπίτι που έκτιζαν και λέει του αρχιμάστορα ότι έχασε το ένα γαιδούρι .Περιττό είναι να αναφέρω ότι τα γαιδούρια μετρώντας τα ήταν πάλι 8 . Δέκα ήταν τα φάσκελα που έφαγε!
Οι Λαγκαδινοί είχαν τον δικό τους κώδικα επικοινωνίας την δική τους γλώσσα για να μην μπορούν οι αμύητοι και τα αφεντικά να τους καταλάβουν χαρακτηριστικά έλεγαν ;
Κερέ το αφεντικό
Κότενα την κυρά
Μπάνικη την κοπέλα
Κατάδικο το παστό
Μουσκούρεμα τον έρωτα
Πισπορδινιάσω , σήμαινε πίνεις να κεράσω;
Πούλιζα την κότα
Σκοπετεινό τον βακαλάο
Χαυγαριό το γαϊδούρι
Μαλέτσικο το παιδί
Μαλετσικοπούλα ,το κορίστι
Κίσκυλα , τα χαμηλής αξίας αντικείμενα
Επίσης χρησιμοποιούσαν με μεγάλη άνεση τα κορακίστικα και τα ανάποδα
Αν ήθελαν να πούν π.χ στα ανάποδα :
Παιδί έλα εδώ , έλεγαν Διπαί λάε δώε
Ή στα Κορακίστικα
Τι κάνεις καλά είσαι , τίφι κάφα νίφεις κάφα λάφα έιφει σαιφαι
Χαρακτηριστικό είναι το λαικό μας τραγούδι ο Χαραλάμπης στο γλωσσικό ιδίωμα των Λαγκαδινών
Ο Ραχαλαμπης
Σιφύξου Ραχαλάμπη να σε ντραπέψουμε
Να γιάφουμε να νίπουμε και να ροχέψουμε
Δεν τη λέθω ,θα την ράπεις
Λάγιες βουγκλέντες γελετε διαπιά κλπ Πολλοί λαγκαδινοί παντρεύτηκαν και έμειναν στη περιοχή μας με την εργατικότητα που τους διέκρινε κατόρθωσαν να δημιουργήσουν καλές περιουσίες και άριστες οικογένειες.
Posted at 01:58 am by laografia
Permalink
Tuesday, June 20, 2006
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΧΩΡΙΑΤΙΚΟ ΣΠΙΤΙ
ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΧΩΡΙΑΤΙΚΟ ΣΠΙΤΙ
Η οικονομία μέχρι τη δεκαετία του 1960 στηρίχτηκε στην πρωτογενή παραγωγή ( γεωργία - κτηνοτροφία ), με όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της μορφής και κυρίως την αυτάρκεια του λιτοδίαιτου νοικοκυριού.
Το νοικοκυριό , χαρακτηριστικό πατριαρχικής οικογένειας που συνήθως φιλοξενούσε ένα ή και δύο ακόμη νέα ζευγάρια, μέχρι η γειτονιά ή οι συγγενείς να τους χτίσουν το καινούργιο σπίτι.
Τα σπίτια πέτρινα στο ίδιο μοντέλο, κτισμένα κυρίως από Λαγκαδινούς μαστόρους, χωρισμένα στο ισόγειο ( κατώι ) όπου σταυλίζονταν τα μεγάλα ζώα , άλογα, γαϊδούρια, αγελάδες κλπ. τα οποία χρησιμοποιούσαν για το όργωμα του χωραφιού και για τη μεταφορά των ιδίων και των αγροτικών τους προϊόντων από και προς τα κτήματα και στον πρώτο όροφο όπου έμενε η οικογένεια.
Οι σκεπές τους από κεραμίδι που έκαναν σε καμίνια με τον ίδιο τρόπο χιλιάδες χρόνια, ψήνοντας τον πηλό ( κοκκινόχωμα ). Βασικό στοιχείο εκείνης της κατοικίας το τζάκι που καίγοντας καυσόξυλα (κούτσουρα) που έκοβαν επιλεκτικά από τις ελιές και τα δάση τριγύρω ζέσταιναν την οικογένεια αλλά χρησιμοποιούσαν την φωτιά για το μαγείρεμα , πλύσιμο κλ
Μαγειρικά σκεύη ήταν η κατσαρόλα, και το μαυροτήγανο, που τα τοποθετούσαν στη ΄΄σιδεροστιά΄΄ τρίποδη μεταλλική κατασκευή που χρησιμοποιούσαν και οι προγονοί τους
Αλλο βασικό στοιχείο της κατοικίας ήταν ο φούρνος που οι νοικοκυρές έψηναν το ψωμί της οικογένειας.Η κατασκευή φούρνου ήταν ιδιαίτερη τέχνη και απαιτούσε ειδικούς μαστόρους.Χρησιμοποιούσαν για το χτίσιμο τους λάσπη και κεραμίδι
Τα σιτάρια τα αλώνιζαν στο χώρο που σήμερα είναι το δημοτικό μας σχολείο και από αυτό έχει μείνει η ονομασία αλώνια και τα άλεθαν στο νερόμυλο στου Βορόλακα και στους Χωραίτικους μύλους . Ζύμωναν από το βράδυ το ψωμί στο σκαφίδι κρατώντας από τη ζύμη μαγιά για την επόμενη εβδομάδα, το αναπιάνανε ,το σκέπαζαν με χοντρά σκεπάσματα για να φουσκώσει και το πρωί το έψηναν στον φούρνο.
Το μπάνιο της οικογένειας γινότανε με νερό που ζέσταιναν σε μεγάλα καζάνια ( λεβέτια ) και με σαπούνι που κατασκεύαζαν οι νοικοκυρές σε λεβέτια πάλι και κομμένο σε πλάκες ( χοντρά κομμάτια ).
Το σαπούνι γινότανε κυρίως από μούργες ( κατάλοιπο λάδιού ) λίπη και σπίρτο( Κ, Να ) και αφού το παρασκεύαζαν το έκοβαν σε πλάκες και το τοποθετούσαν σε σανίδα κρεμασμένη από το πάτερο του υπογείου.
Ο φωτισμός γινότανε από λάμπες φωτιστικού πετρελαίου με στρογγυλό γιαλί που μαύριζε εύκολα και με λυχνάρια λαδιού κρεμασμένα στο τζάκι ή σε κάποια πρόκα στον τοίχο ,και με απαραίτητο συμπλήρωμα το εικόνισμα της προστάτιδας Παναγίας δείγμα της έντονης θρησκευτικότητας του λαού.
Είδη ρουχισμού από δέρμα ή μαλλί ήταν η εσάρπα για τις γυναίκες (δερμάτινη) και η κάπα (μάλλινο ύφασμα ) για τους άντρες. Για τα παπούτσια της εποχής οι τσαγκάρηδες της Χώρας έφτιαχναν τα γουρνοτσάρουχα ποιο παλιά και αργότερα τις ρόδες.
Για το σκέπασμα του κρεβατιού έκαναν τις γιούρτες και τις μπαντανίδες από μαλλί προβάτου και τα σαζίματα από γιδίσιο μαλλί.Αφού κούρευαν το κοπάδι, πήγαιναν το μαλλί στο ποτάμι, το έπλεναν για να φύγει η 'σαριά', ή και το βράζανε, έπειτα το απλώνανε στο φράχτη να στεγνώσει το ξένανε με το λανάρι, το κάνανε τουλούπες και το πέρναγαν στη ρόκα, το στρίβανε και το υφαίνανε στον αργαλειό.
Το σκούπισμα του σπιτιού γινότανε με σκούπες που έκαναν από αφάνες που υπήρχαν άφθονες στην Μυγδαλίτσα τις έκοβαν , τις έδεναν σε ένα μακρύ ξύλο συνήθως από πουρνάρι τις πλάκωναν με επίπεδες πέτρες και όταν έπαιρναν την φόρμα ήταν έτοιμες για χρήση.
Το πλύσιμο των ρούχων γινότανε στην παλιά βρύση στο ποτάμι ή στα πηγάδια που υπήρχαν στην απάνω γειτονιά.Οι γυναίκες της γειτονιάς κατά ομάδες συνήθως κάθε Σάββατο , αφού έπλεναν τα ρούχα τα κτύπαγαν με τον κόπανο και τα άπλωναν στους φράχτες.
Το σιδέρωμα των ρούχων γινότανε με σίδερο που γέμιζαν με κάρβουνα.
Τα νεογέννητα παιδιά τέλος τα έδεναν με φασκιές και τα κοίμιζαν στη νάκα. Η νάκα ήταν είδος δερμάτινης κούνιας που την κρεμούσαν, είτε την μετέφεραν οι γυναίκες μαζί τους στα κτήματα και την κρεμούσαν σε δέντρο.
Στα οικιακά σκεύη θα προσθέσουμε το ασκί και το 'τουλούμι' που τα έκαναν από δέρμα και έβαζαν το κρασί και το τυρί αντίστοιχα.Για το τουλούμι διάλεγαν γερό δέρμα το επεξεργάζονταν με αλάτι το φούσκωναν το χτυπούσαν και το κυλούσαν για να γίνει σκληρό .
Η υδροδότηση και η ηλεκτροδότηση τις δεκαετίες 1960, και1970 άλλαξαν οριστικά αυτό τον σκληρό καθημερινό τρόπο διαβίωσης.
Εκτός από την καλλιέργεια της ελιάς του αμπελιού και της σταφίδας ανθούσε και η κτηνοτροφία με εκατοντάδες πρόβατα σε κοπάδια που έβοσκαν πολλές οικογένειες στο γύρω δάσος και στο βουνό.Το γάλα, το τυρόγαλο, το ΄΄κορκοφίνι΄΄, η μυζήθρα και το κρέας του κατσικιού ήταν βασικά είδη διατροφής.Εκτός από αυτό το είδος νομής σε ειδικούς σταύλους γύρω από τα σπίτια εκτρέφονταν και άλλα ζώα, όπως κότες σε ΄΄κοτέτσια΄΄ και γουρούνια σε ΄΄κουμάσια΄΄.Τα γουρούνια μάλιστα σφάζονταν κατά τελετουργικό θα έλεγε κανείς τρόπο την παραμονή της Αποκριάς σε όλες τις γειτονιές και το χοιρινό κρέας γινότανε παστό αφού το έβραζαν και το κάπνιζαν σε μεγάλους τρίποδες ανάβοντας κλάρες από κυπαρίσσι που έβγαζαν πυκνό καπνό για να το καπνίσουν
Το παστό αλλά και μαζί του το χωριάτικο λουκάνικο τα τοποθετούσαν σε κιούπια πήλινα, με λίπος.
Απαραίτητο ακόμη κατοικίδιο ήταν το λαγόσκυλο που συνόδευε τον κυνηγό στο κυνήγι του λαγού και της αλεπούς και ταυτόχρονα ήταν ο φύλακας του σπιτιού.Αλλά και οι γάτες απαραίτητο συμπλήρωμα, με έδρα τα κατώγια που είπαμε παραπάνω, αφοσιωμένες στο κυνήγι των ποντικών που απειλούσαν την σοδειά του σπιτιού, η οποία ήταν αποθηκευμένη σε κασόνια και λαδούσες ( σιτηρά , καλαμπόκι, αλεύρι και λάδι ). Εκτός από τα ζώα ( κοπάδια και κατοικίδια ) και την γεωργική παραγωγή, το χωριάτικο τραπέζι συμπληρωνότανε και από κηπευτικά.
Απαραίτητος ο μικρός κήπος κοντά στο χωριάτικο σπίτι με λάχανα, μαρούλια, αγκινάρες, μαϊντανό, δεντρολίβανο, πιπεριές ντομάτες ,φασόλια φακές κρεμμύδια κλπ.Χρησιμοποιούσαν για το πότισμα των περιβολιών και των κήπων τα νερά από την πηγή του Αγ.Σωτήρα του Πέρα Χωριού κλ τα ΄΄ποτιστικά΄΄ κτήματα ή ΄΄βαρκά΄΄ έβγαζαν ποσότητες εμπορεύσιμες από ντομάτες, μελιτζάνες, μπάμιιες καρπούζια ή πεπόνια, κρεμμύδια κλ. Τα οποία μετέφεραν και πουλούσαν στην Χώρα στο Βλαχόπουλο και στα γύρω χωριάΤα καλοκαιρινά πεπόνια καταναλώνονταν αμέσως, ενώ τα χειμωνιάτικα τα κρεμούσαν με τα λουριά από τα πάτερα των υπογείων και τα καρπούζια τα έβαζαν στο άχυρο.Μετά τη δεκαετία του 1960 η γεωργική παραγωγή σταδιακά αυξανόταν σε βάρος της κτηνοτροφικής η οποία έφθινε σταδιακά και σήμερα έχει σχεδόν εκλείψει.
Η γεωργική παραγωγή αφορούσε κυρίως το ελαιόλαδο του οποίου η παραγωγή έχει θεαματικά αυξηθεί από τότε, τη καλλιέργεια της σταφίδας και των αμπελιών ,τα δημητριακά, και τους ξηρούς καρπούς (καρύδια , σύκα).Tα δημητριακά ( σιτάρι, κριθάρι, βρώμη ) τα θέριζαν κατά ομάδες τον Θεριστή ( Ιούνιο ), τα συγκέντρωναν δεμένα σε λημάρια στα αλώνια και τα αλώνιζαν τον Αλωνάρη ( Ιούλιο ).
Τα αλώνια ήταν με πέτρινες πλάκες και έναν στύγερο ( ξύλινο πάσσαλο ) στη μέση.Τα ζώα δεμένα από τον στύγερο με σκοινιά εξαρτημένα από το ΄΄κουμπί'' έκαναν αντίθετες περιφορές μειώνοντας και αυξάνοντας τον κύκλο πατώντας και αλωνίζοντας τα δημητριακά.
Το αλώνισμα που προέκυπτε το λίχνιζαν με τα ξύλινα δεκράνια αποχωρίζοντας τον καρπό από το άχυρο.
Μια άλλη ομαδική εργασία ήταν ο τρύγος των αμπελιών, το πάτημα των σταφυλιών στους λινούς και η παραγωγή του κρασιού.Πανάρχαιες ομαδικές εργασίες της υπαίθρου που έμειναν με το απόφθεγμα ΄΄θέρος - τρύγος - πόλεμος.Κλασσική βέβαια καθημερινή απασχόληση ήταν και η βόσκηση των κοπαδιών στις τριγύρω πλαγιές της Μυγδαλίτσας
Τα κοπάδια άλλοτε μικρότερα, άλλοτε μεγαλύτερα οδηγούνταν συνήθως από το πιο μεγαλόσωμο αρσενικό στο οποίο κρεμούσαν στον λαιμό του την ...μπίμπα, το μεγαλύτερο κουδούνι για να ακούγεται και να ξεχωρίζει με τον ξεχωριστό του ήχο οπουδήποτε στο βουνό .Μέχρι την δεκαετία του 1960 που όλα άρχιζαν να αλλάζουν, η αγροτική και η κτηνοτροφική ζωή είχε δημιουργήσει κατά κάποιο τρόπο τσιφλικάδες , που συγκέντρωναν τον πλούτο του χωριού και την δύναμη. Η οικονομική μετεξέλιξη και η μετανάστευση , έφερε την παρακμή σε αρκετές από αυτές τις οικογένειες
Posted at 02:55 am by laografia
Permalink
Τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση του 21 και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, η εκπαίδευση ήταν υποτυπώδης έως ανύπαρκτη.
1) Το σχολείο και οι άνθρωποι
Την έναρξη της λειτουργίας του σχολείου, οι άνθρωποι των χωριών, αν όχι εχθρικά, στη αρχή τουλάχιστον, την είδαν με κάποια δυσφορία και επιφύλαξη. Αυτό, γιατί είχαν δεχτεί τη μοίρα τους σ΄ αυτόν τον τόπο και χωρίς να βλέπουν φως από πουθενά, πίστευαν ότι τίποτε δεν μπορούσε να αλλάξει τη ζωή τους. Ένας ακόμη πιο σοβαρός λόγος, ήταν ότι θα τους στερούσε την πολύτιμη βοήθεια των παιδιών από τις καθημερινές δουλειές, η οποία ήταν αναγκαία και υπολογίσιμη. Έτσι θεωρούσαν το σχολείο "χασομέρι" και σπατάλη χρόνου Εκτός από τους παραπάνω λόγους, ειδικά για τα κορίτσια, υπήρχε ένας ακόμα παράγοντας που έμπαινε εμπόδιο στη μόρφωσή τους. Ήταν ο συντηρητικός χαρακτήρας της κοινωνίας, το πνεύμα και η ηθική της εποχής, που ήθελαν τη γυναίκα παρακατιανή, που δε χρειαζόταν να ξέρει πολλά, που για όλα θα έπρεπε να υπακούει και να υποκύπτει στις θελήσεις των ανδρών πατεράδων ή συζύγων. Με την πάροδο του χρόνου όμως, η διάθεση των κατοίκων απέναντι στο σχολείο άλλαξε. Οι επιφυλάξεις αποσύρθηκαν και θεωρούσαν αυτονόητη πλέον την εκπαίδευση και τη μόρφωση των παιδιών. Τα ήθη αμβλύνθηκαν και τα κορίτσια και αυτά έπαιρναν την ανάλογη μόρφωση με τ' αγόρια. Εκτός από την καλλιέργεια και τη γνώση που πρόσφερε άμεσα το σχολείο στα παιδιά, μετατρέποντας τα από αγρίμια που ήταν σε ήρεμα και ευγενικά, έμμεσα είχε τα ίδια ευεργετικά αποτελέσματα και στους μεγάλους. Αυτό γιατί οι μικροί μαθητές λειτουργούσαν σαν φορείς γνώσεων από το σχολείο προς τους γονείς των, ανοίγοντάς τους κυριολεκτικά ένα παράθυρο στον κόσμο. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Το σχολείο παρενέβαινε δυναμικά και στην πολιτιστική ζωή της υπαίθρου. Σε κάθε εθνική επέτειο ή όταν πλησίαζαν οι καλοκαιρινές διακοπές, έπαιρνε γιορτινή όψη. Οι μικροί μαθητές, με την καθοδήγηση πάντα του δασκάλου τους, έπαιζαν θέατρο, έλεγαν ποιήματα, τραγουδούσαν, χόρευαν, σκόρπιζαν το γέλιο και τη χαρά παντού, έδιναν χρώμα στην γκρίζα ζωή. Όλοι περίμεναν αυτές τις μέρες σαν κάτι το διαφορετικό, γιατί έτσι ήταν. Το σχολείο για τη μικρή κοινωνία του κάθε χωριού, ήταν το ζωντανό κύτταρο που βοήθησε στην ποιοτική αναβάθμιση της ζωής, που της έδωσε άλλη διάσταση και άνοιξε για τους ανθρώπους κάποιους δρόμους, για να ξεφύγουν από τη μιζέρια της φτώχειας, που τους έκανε να αισθάνονται υπερήφανοι γι αυτό που ήσαν, οδηγώντας τους έξω από την απομόνωση, οδηγώντας τους μπροστά.
2) Γενικά το παιδικό παιχνίδι
Το παιχνίδι είναι και ήταν πάντα, αν όχι ο μοναδικός, ο κυριότερος ίσως και ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος διαπαιδαγώγησης και διαμόρφωσης της παιδικής ψυχής, ώστε να ρέπει και να εμπνέεται από τις υψηλές αξίες της ευγενούς άμιλλας, της δικαιοσύνης, της πειθαρχίας στους κανόνες... Το παιχνίδι είναι και ήταν πάντα, ο πιο κατάλληλος τρόπος για να αναπτυχθεί η οξύνοια, η εφευρετικότητα, η κοινωνικότητα, καθώς η σωματική ρώμη και η επιδεξιότητα του κάθε παιδιού, μέσα από τις ανάγκες και τις απλές κινήσεις που απαιτούσαν οι κανόνες του κάθε παιχνιδιού ανάλογα......
3) Τα παιχνίδια
α) Βασιλιά, βασιλιά....
Ένα παιδί κάθεται κάπου ψηλά και κάνει το βασιλιά. Τα υπόλοιπα κάνουν μία ομάδα μπροστά του και ρωτούν: -Βασιλιά, βασιλιά με τα δώδεκα σπαθιά, τι δουλειά; -Τεμπελιά! Απαντά ο βασιλιάς. Κατόπιν τα παιδιά συνεννοούνται μεταξύ τους κρυφά από το βασιλιά και παριστάνουν όλα χωρίς να μιλούν, ότι κάνουν μία δουλειά (παντομίμα) π.χ. ότι θερίζουν, ότι πατούν τα σταφύλια, ότι ζυμώνουν, ότι φουρνίζουν το ψωμί, ότι μαγειρεύουν.... Ταυτόχρονα ρωτούν πάλι: -Βασιλιά, βασιλιά με τα δώδεκα σπαθιά, τι δουλειά; Ο βασιλιάς πρέπει να μαντέψει τι δουλειά κάνουν τα παιδιά. Αν δεν το μαντέψει, τα παιδιά φωνάζουν "όχι!" και συνεχίζουν μέχρι να το βρει. Όταν τελικά ο βασιλιάς μαντέψει, τι δουλειά κάνουν, τότε τα παιδιά φωνάζουν "ναι" και σκορπίζουν τρέχοντας. Ο βασιλιάς τότε πρέπει να πιάσει ένα παιδί κυνηγώντας το, για να τα φυλάξει βασιλιάς. Έτσι το παιχνίδι συνεχίζεται.
β) Το τυφλοπάνι.
Ένα παιδί τα φυλάει δένοντας τα μάτια του με ένα μαντίλι. Τα υπόλοιπα κινούνται γύρω του αγγίζοντάς το και το παιδί που τα φυλάει προσπαθεί να πιάσει κάποιο. Όταν το καταφέρει, ψηλαφώντας με τα δάχτυλά του θα πρέπει να μαντέψει ποιο παιδί έχει πιάσει φωνάζοντας το όνομά του. Αν δεν το καταφέρει, τα υπόλοιπα φωνάζουν "όχι" και το παιδί που πιάστηκε ελευθερώνεται και το παιχνίδι συνεχίζεται. Αν το παιδί που πιάστηκε αναγνωριστεί, τότε τα υπόλοιπα παιδιά φωνάζουν "ναι" και το παιδί που αναγνωρίστηκε δένει τα μάτια του και τα φυλάει και το παιχνίδι ξαναρχίζει.
γ) Οι αμάδες
Το παιχνίδι αυτό παιζόταν από τους μεγάλους κυρίως, τις Αποκριές. Στήνανε μία πέτρα σ' ένα σημείο, την οποία λέγανε πίτσι. Κατόπιν παίρνανε ο καθένας από μία πέτρα λεία και πλακουτσή και από μία απόσταση πέντε έως δέκα μέτρα πετώντας την, προσπαθούσαν να τη ρίξουν όσο το δυνατόν πιο κοντά γινόταν στο πίτσι. Αυτός που πλησίαζε πιο κοντά ήταν ο νικητής. Το νικητή τον πήγαιναν οι άλλοι ζαλούκα, καβάλα.
δ) Μέλισσα – μέλισσα
Κατ' εξοχήν κοριτσίστικο παιχνίδι, παιζόταν από ομάδα παιδιών. Κατ' αρχήν δύο παιδιά έβγαιναν στην άκρη και συμφωνούσαν δύο λέξεις που η κάθε μία θα αντιπροσώπευε το κάθε ένα αντίστοιχα. Κατόπιν στέκονταν το ένα απέναντι από το άλλο και χτυπώντας τα χέρια τους έλεγαν τραγουδιστά: με τα μελισσόπουλα Περνά περνά η μέλισσα και με τα κλωσόπουλα και το επαναλάμβαναν συνέχεια, ενώ κάτω από τα χέρια τους περνούσαν τα υπόλοιπα παιδιά ένα - ένα. Κάθε φόρά τα δύο παιδιά που τα φύλαγαν, κατέβαζαν τα χέρια και εγκλώβιζαν ένα παιδί και το ρωτούσαν σιγά στ' αυτί, τι προτιμάει από τις δύο λέξεις που είχαν βάλει απ' την αρχή λ.χ λεμόνι ή πορτοκάλι. Το παιδί διάλεγε και αμέσως πήγαινε πίσω σ' αυτόν στον οποίο αντιστοιχούσε η λέξη, πιάνοντας τον από τη μέση. Έτσι αφού ρωτούσαν όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο δημιουργούνταν δύο ομάδες. Τότε οι δύο πρώτοι πιάνονταν από τα χέρια και οι υπόλοιποι τραβούσαν από τη μέση ο ένας τον άλλον προσπαθώντας η μία ομάδα να παρασύρει την άλλη. Οποια ομάδα το κατάφερνε, κέρδιζε.
ε) Ο καλόγερος.
Ο καλόγερος ή κουτσό ήταν κοριτσίστικο παιχνίδι αλλά αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι δεν το έπαιζαν και τ' αγόρια. Σ' έναν άξονα που χάραζαν στο χώμα, έφτιαχναν τρία ή πέντε ημικύκλια διαδοχικά και εναλλάξ. Τα παιδιά ένα - ένα κινούνταν όπως δείχνουν τα βέλη, στο ένα πόδι (κουτσό) σπρώχνοντας και μία πετρούλα από το ένα ημικύκλιο στο άλλο χωρίς να πατήσουν τη διαχωριστική γραμμή ή να βγουν από το ημικύκλιο είτε αυτοί είτε η πέτρούλα που έσπρωχναν, γιατί τότε έχαναν και συνέχιζε το άλλο παιδί. Αφού περνούσε με επιτυχία όλα τα ημικύκλια άρχιζε από το δεύτερο, μετά από το τρίτο, μετά από το τέταρτο και τέλος έριχνε την πέτρα στο πέμπτο. Αφού περνούσε με επιτυχία από όλα, τότε κέρδιζε μία ντάλια. Κέρδιζε εκείνος που θα έκανε πρώτος τις προσυμφωνημένες ντάλιες.
στ) Πινακωτή
Το παιχνίδι αυτό παιζόταν από δύο ομάδες παιδιών. Η μία ομάδα ήταν μία μάνα και τα τρία της παιδιά. Η άλλη ομάδα ήταν ο βασιλιάς με όλο το επιτελείο του και τον στρατό του. Έστελνε λοιπόν ο βασιλιάς έναν αξιωματικό στην μάνα και της έλεγε: -Πινακωτή Πινακωτή!! Η μάνα απαντούσε: -Από το άλλο μου τ' αυτί, γιατ' είμαι μάνα και κουφή. Ο αξιωματικός πήγαινε στο άλλο αυτί και ξαναφώναζε -Πινακωτή πινακωτή!! -Τι θέλεις; ρωτούσε η μάννα. -Ο βασιλιάς θέλει το ένα παιδί σου. -Μπές μέσα και διάλεξε, έλεγε η μάνα. Έμπαινε και διάλεγε ένα παιδί. Μετά ξαναπήγαινε και επαναλαμβανόταν η ίδια διαδικασία για το δεύτερο. Όταν όμως πήγαινε για το τρίτο, η μάνα αντιδρούσε και τότε ο αξιωματικός έμπαινε με τους στρατιώτες και το έπαιρναν με τη βία.
η) Τα πεντόβολα
Τα πεντόβολα ήταν πέντε πετραδάκια λεία, πέντε βόλοι. Τα έπιανε ο παίχτης στα χέρια του και τα έριχνε στο έδαφος. Κατόπιν διάλεγε κάποιο και το έπαιρνε στο χέρι του. Αυτό ήταν η μάνα. Κατόπιν πέταγε τη μάνα στον αέρα και με το άλλο χέρι έπιανε ένα πετραδάκι από κάτω. Αυτό επαναλαμβανόταν μέχρι να πιάσει όλα τα πετραδάκια. Κατόπιν με την ίδια διαδικασία τα έπιανε δύο δύο, μετά έπιανε τα τρία και μετά το ένα και τέλος και τα τέσσερα μαζί. Πάντα είχε δικαίωμα μίας βοηθητικής κίνησης. Αν κάποιο του έπεφτε ή άλλαζε χέρι, έχανε και συνέχιζε ο άλλος. Κατόπιν ο παίχτης ξανάριχνε τα πεντόβολα, διάλεγε τη μάνα και κάνοντας καμάρα με τα δυο του δάχτυλα στο έδαφος, προσπαθούσε κάθε φορά που πέταγε τη μάνα στον αέρα να περάσει από την καμάρα τα πετραδάκια. Πρώτα ένα ένα, μετά δύο δύο, μετά τρία και ένα, και τέλος και τα τέσσερα μαζί.
θ) Πετάει, πετάει.
Ακουμπούσαν όλη η ομάδα το δείχτη του χεριού τους σ' ένα σημείο. Ένα παιδί έκανε τη μάνα και προσπαθούσε να παρασύρει τους συμπαίκτες του και να τους ξεγελάσει. Έλεγε λοιπόν π.χ. Πετάει, πετάει το χελιδόνι. Τότε έπρεπε όλοι να σηκώσουν το χέρι ψηλά. Στη συνέχεια έλεγε : Πετάει το χελιδόνι, το χελιδόνι το παγώνι. Πάλι έπρεπε να το σηκώσουν όλοι. Αν κάποιος δεν το σήκωνε, τότε οι υπόλοιποι του έριχναν πάνω χέρι κάτω χέρι και η μάνα συνέχιζε: Το παγώνι, το παγώνι, το μπαλκόνι. Εδώ δεν έπρεπε να σηκώσουν το χέρι, γιατί το μπαλκόνι δεν πετάει. Αν κάποιος παρασυρμένος το σήκωνε, τότε είχε πάλι πάνω χέρι κάτω χέρι για όποιον το έκανε.
Φυσικά υπήρχαν και μία σειρά άλλα παιχνίδια λίγο πολύ γνωστά σε όλους, όπως το κρυφτό, του λύκου τα πουλιά, ο κλίτσικας, η κολοκυθιά, γύρω γύρω όλοι.
Ακόμα τα παιδιά πάντα μόνα έφτιαχναν τα παιχνίδια τους χρησιμοποιώντας υλικά από το περιβάλλον. Ένα άχρηστο αντικείμενο για τους μεγάλους μπορεί να έπαιρνε διαστάσεις και να ήταν το καλύτερο παιχνίδι στα χέρια ενός παιδιού. Όπως τα άχρηστα στεφάνια από τα πεταμένα βαρέλια που με την ανάλογη διχάλα γινόταν τσέρκι, τα άχρηστα κουρέλια γίνονταν κουτσούνες και μπάλες, τα πεταμένα κονσερβοκούτια και τα καπάκια από τις πορτοκαλάδες, γίνονταν βαγόνια και καρότσες,τα κυπαρισσόμηλα γκαζιές, τα άχρηστα λάστιχα από τα εσώρουχα γίνονταν αυτοσχέδια τόξα ή σφεντόνες
Posted at 02:50 am by laografia
Permalink
|
|
|